20180513

ΣΙΩΠΗ.........


"Μ' αρέσει άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς, η φωνή μου δε σε φτάνει. Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας, κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται, στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει. Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά. Κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς, η φωνή μου δεν μπορεί να σ' αγγίξει! Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας μες στη δική σου σιωπή

Έξω έδειχναν όλα καλά
και μέσα μου συνέβαινε
μια παραλίγο κρίση πανικού
Έφταιγε μάλλον που
δε μπορούσα να με διαχειριστώ έτσι  
"παράταιρη" στο χώρο σου
Έφταιγε που ο χώρος σου 
μου θύμιζε πολύ καλά
πως δεν είχα καμία θέση σ' αυτόν
πέρα από εκείνη
που μου φυλούσες δίπλα σου
όταν απουσίαζαν όλοι

Πες με δειλή που δεν αντέχω 
ή ανώριμη που το ήθελα τόσο..
Πες με προβληματική κι εσύ 
όπως με θεωρούσαν κι εκείνοι
που παράτησα τα σημαντικότερα μου
από τη μέρα που ξαφνικά υπήρξες εσύ
και όλα τα προηγούμενα
σταμάτησαν να έχουν σημασία  
Πες πως είμαι κάποια
που αναζητά μόνο την εικόνα
που πλάθει στο μυαλό της για τους άλλους
Και πως με εμπνέει το δράμα
και οι ανεπλήρωτοι έρωτες
Οι "δύσκολοι" έρωτες στους οποίους απαγορεύεται να εμπλακείς
Πες ακριβώς ότι θα έλεγαν κι εκείνοι
δεν πειράζει... 
Και ξέρεις τι;
Πες με επιπόλαιη ή ονειροπόλα 
που βαθιά μέσα μου
πίστευα πως μπορεί και να ερχόσουν

Πες με όπως θες
απλώς δεν αντέχω
Που να τους εξηγήσεις;
Πώς να τους πείσεις;
Άντε να αποδείξεις
πόσο ευτυχισμένο 
ήταν το βλέμμα σου όταν κοίταζε εμένα 
Πόσο γρήγορα χτυπούσε η καρδιά σου
όταν ξαπλώναμε αγκαλιά
"Πόσο καλά κουμπώναμε", όπως έλεγες..

Εύχομαι μόνο εκείνη η πραγματικότητα
που έπλασες παραμυθένια
και έφτιαξες τους πρωταγωνιστές της έτσι
ώστε να σου αρέσουν
και να είναι αρκετοί για να στέκονται δίπλα σου
να μπορεί να σου μιλάει κάθε βράδυ 
για λέξεις και όνειρα και ζωές 
καλύτερες από αυτές που μπορούσα εγώ 
Να ξέρω πως έκανες καλά 
που την επέλεξες τουλάχιστον..
Πες με όπως θέλεις, εντάξει;
Απλώς χωρίς την κτητική αντωνυμία..

  

Υ.Γ Θυμάσαι που επέμενα
να χρησιμοποιούμε τα κατάλληλα ρήματα
ανάλογα μ' αυτό που αισθανόμαστε; 

Ωραία. 

Πονάω.


#ρενέ

Η ΠΟΡΕΙΑ..............



Η ΠΟΡΕΙΑ


ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ   
Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Η πορεία ξεκίνησε σαν χείμαρρος, κινούμενη από παλμό , ωθούμενη από τα νέα μέτρα της κυβέρνησης.

Στην πρώτη γραμμή διέκρινα τον Μάκη, δεν ξέρω τι δουλειά κάνει, τόσα χρόνια συνδικαλιστή τον ξέρω.

Δίπλα του η ξαδέρφη μου η Μάρθα από τα 37 της συνταξιούχος, γιατί είχε κλείσει 15ετία στον Ευαγγελισμό με ανήλικο τέκνο.

Μαζί της η φίλη της η Στέλλα, που 30 χρόνια τώρα έπαιρνε σύνταξη σαν άγα

μη θυγατέρα στρατηγού.

Παραδίπλα ο Στάθης, η εθελουσία από τον ΟΤΕ του είχε αποφέρει 120.000 ευρώ και τώρα αγωνιζόταν στο ψάρεμα.

Παραδίπλα ο Σωτήρης, ο Γρήγορης (40αρηδες) με το νόμο 3717/08 εθελουσία από την ΟΑ με 2,400 ευρώ το μήνα - το ποσό του εφ' άπαξ δεν μας το αποκάλυψε - μόλις είχαν γυρίσει από ουζερί στη Καισαριανή.
]
Μαζί και ο Κώστας 46 χρονών, αεροπόρος από τη ΣΤΥΑ, που έχει καταθέσει εδώ και ένα μήνα τα χαρτιά του για σύνταξη (είχε προλάβει να κατοχυρώσει σύνταξη γιατί τα χρόνια υπηρεσίας του ήταν "πολεμικά" και μετράνε διπλά λέει -έγινε κανένας πόλεμος και δεν το μάθαμε;-) και περιμένει εφάπαξ 120,000 ευρώ (μόνο) .

Δίπλα τους ο θειος μου o Βαγγέλης , δεξιός από σοι, που κατεβαίνει σε πορείες μόνο όταν ήταν το ΠΑΣΟΚ κυβέρνηση.

Και από κοντά τα δυο αδέλφια: ο Στέλιος, που του είχε βάλει το ΠΑΣΟΚ τα 2 παιδιά στο Δημόσιο, και ο Γρήγορης, που έπαιρνε τα έργα του Δήμου υπερτιμολογημένα λόγω Δημάρχου γνωστού - του έδινε τις βιταμίνες του μας έλεγε γελώντας-.

Πίσω, στην δεύτερη σειρά, ακλουθούσε ο Γιάννης, πατέρας: εδώ και κάτι μήνες έκανε χρήση του νέου νόμου περί αδείας και του πατέρα στο Δημόσιο, μαζί με την γυναίκα του την Μάρω, που με τρεις γέννες είχε να πατήσει στην δουλειά της 3 χρόνια.

Και από κοντά ο Μιχάλης. Εργολάβος με συνεργείο 27 ανασφαλίστους αλλοδαπούς και 3 έλληνες και ο Αγησίλαος που παίρνει εδώ και 20 χρόνια αναπηρική σύνταξη τυφλού αλλά οδηγεί ταξί και είναι έξαλλος με την απελευθέρωση του επαγγέλματος από τον Ραγκούση .

Στα δεξιά τους ο Λάκης: φοιτητής ετών 32, παρέα με τον Γιώργο, γιατρό, τον επονομαζόμενο και "ταχυδρόμο" από τα φακελάκια.

Μαζί τους και ο Θόδωρος, γιατρός του ΙΚΑ, που στο ιδιωτικό του ιατρείο δεν έκοβε ποτέ του αποδείξεις, με τον Κυριάκο Εφοριακό απόφοιτο Δημοτικού που παίρνει 3,200 ευρώ το μήνα και φοβάται ότι θα του κόψουν το. ΔΙΒΕΤ και κάθε 2 χρόνια αγόραζε και ένα διαμέρισμα.

Και φυσικά δεν θα έλειπε και ο Βασίλης, λιμενικός, πρώτος ταβλαδόρος στο τελωνείο.

Να και ο Μηνάς έμπορος που είχε ξεχάσει ποτέ έκοψε το τελευταίο του τιμολόγιο, μαζί με τον Ορέστη επιδοτούμενο χρόνια αγρότη, που δεν ήξερε πού ήταν τα κτήματα του.


Όλοι μαζί με άλλους τόσους σήκωσαν τα χέρια ψηλά και με σφιγμένες τις γροθιές βροντοφώναξαν,

"Κάτω τα χέρια από τα ΛΕΦΤΑ ΜΑΣ !"


Ο Στέφανος, αδελφικός μου φίλος, άνεργος οικοδόμος με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια:

"-Ρε,Πάνο, εμείς εδώ τι κάνουμε;"

(το έκλεψα, το ομολογώ)
Η πληγες στο σωμα
 με τον χρονο γιατρευονται...

Η πληγες στην ψυχη σου..
με

Με τον χρονο σ αλλαζουν

20180420

ΕPEA PTEROETRA............

Ποια..


"Μ' αρέσει άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς, η φωνή μου δε σε φτάνει. Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας, κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται, στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει. Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά. Κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς, η φωνή μου δεν μπορεί να σ' αγγίξει! Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας μες στη δική σου σιωπή...


.. Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή τη δικιά σου, που είναι απέριττη σαν δαχτυλίδι αρραβώνων και που λάμπει σαν αστραπή.Είσαι όμοια η νύχτα, αγάπη μου, η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη. Απόμακρη και απ' αστέρια φτιαγμένη είναι η δικιά σου σιωπή. Μακρινή κι απαρηγόρητη, σαν να σε σκέπασε χώμα. Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο - μου αρκεί για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα."

...περιμένω τη φυγή για εκείνο το μακρινό "αλλού", που για την ώρα στο μυαλό μου κατοικεί. Δεν έχει να κάνει με τον τόπο, κανένα ουσιαστικό ταξίδι δεν έχει να κάνει με τον τόπο. Ο τόπος είναι μόνο το σκηνικό. Κι η ζωή θέλει κάτι πολύ περισσότερο από ένα σκηνικό για να παιχτεί. Χτες μάζεψα και πάλι το κορμί μου σ' ένα μικρό τίποτα, τα βλέφαρα βαριά από την κούραση, μα αυτό το πνεύμα αδύνατο να υποταχτεί. Μερικές φορές δεν ξέρω κι εγώ τι ζητάει από 'μένα... σε πόσα κομμάτια να με διαμελίσω;

Δρόμοι χωριστοί, που όμως συναντιούνται... Μάτια φωτεινά, που δύσκολα ξεχνιούνται... Κάθε μας στιγμή μοιάζει μαγική... Είναι η αγάπη ακριβή: το ξέρουν όσοι το΄χουν νιώσει στη ζωή...

ΜΟΝΟ ΕΣΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΕ ΞΕΡΕΙΣ, ΜΟΝΟ ΕΣΥ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΕ ΓΝΩΡΙΣΕΙΣ,
τη ζωή μου να γεμίσεις μ' όμορφες στιγμές...
ΜΟΝΟ ΕΣΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΕ ΞΕΡΕΙΣ, ΜΟΝΟ ΕΣΥ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ Μ' ΑΓΑΠΗΣΕΙΣ,

στο νησί σου να με κλείσεις, να΄μαι εγώ η γη, η θάλασσά μου εσύ

Υπήρχε κάποτε μια γυναίκα, που άφηνε μια γραμμή πίσω της ευτυχίας και δυστυχίας... Αλλά ο τρόπος που μιλούσε, φώτιζε την καρδιά μου!
Και τι απέγινε αυτή η γυναίκα;; ...Ταξίδευε μέσα από την σκοτεινή νύχτα, ξάπλωνε για λίγο δίπλα μου και όταν έφευγε από κοντά μου, έπαιρνε μαζί της κάθε επιθυμία μου. 
Γυναίκα, πες μου, πού ανήκω; Εκεί που ανήκει η καρδιά σου!
Γυναίκα, το κορμί μου τρέμει, μη με αφήνεις, είμαι μονάχος εδώ, σε θέλω και σε χρειάζομαι σαν ένας τυφλός.

Το φεγγάρι είναι καταδικασμένο να ταξιδεύει, έλεγε... Κι η θλίψη στα μάτια της όταν με κοίταζε, την έκανε, ακόμα, παράξενα πιο όμορφη

"Ένα μεγάλο, ακατόρθωτο όνειρο που του' κλεισες την πόρτα,
κάθεται 'κει απέξω χρόνια τώρα...
Κι όταν σε βρουν νεκρό, κανείς δεν ξέρει ότι δεν άντεχες ν' ακούς
αυτά τα τεράστια ματωμένα νύχια του να γδέρνουνε την πόρτα σου."

20180408

EΤΣΙ........


Ουκ ολίγες φορές έκοβα βόλτες στο σαλόνι κι έπαιζα ξανά και ξανά μέσα στο μυαλό μου, τι θα ήθελα να σου πω. Τι θα έπρεπε να είχα πει, τι θα μπορούσα να πω την επόμενη φορά που θα σε έβλεπα τυχαία στο δρόμο και θα έκανες, τάχα μου, πως περνάς ανέμελα κι άνετα δίπλα μου και να χαιρετάς σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

Βλέπεις, την υποκρισία, εμείς, οι του ανθρώπινου είδους, την έχουμε στο DNA μας, κυλάει στο αίμα μας και θέλουμε-δε θέλουμε θα βγει. Είναι πασιφανές κάθε φορά που χαμογελάμε ευγενικά ο ένας στον άλλο και ρωτάμε, επίσης ευγενικά, λες και μας νοιάζει, λες και μας ένοιαζε ποτέ πραγματικά, τα νέα και τα παλιά. Γελάω σιωπηρά τις στιγμές που το αναλογίζομαι, γελάω με τις ώρες. Γελάω μαζί σου, γελάω μαζί μου, γελάω με την κατάντια μας.

Θες να με πεις μελό, θες ρομαντικο, θες κολλημένο; Τα ξεπέρασα τα πορίσματα τέτοιου είδους, πλέον ούτε που με αγγίζουν. Θες να μου πεις πως όλοι αυτοί που παίρνουν το ρόλο του ψυχολόγου, δεν κάνει δέκα σβούρες το στομάχι τους μόλις συναντήσουν κάποιον σαν εσένα στο απέναντι πεζοδρόμιο;

Προσεύχομαι για μία και μοναδική φορά να ήμασταν ειλικρινείς. Να ήμασταν αυθεντικοί, να ήμασταν εμείς. Να λέγαμε καθετί που κρύβουμε σε κάποια σκοτεινή γωνιά του μυαλού μας, να μοιραζόμασταν κάθε ενδόμυχη σκέψη μας. Κι αυτό, ας γινόταν για μία μόνο φορά. Ας έφευγαν τα καταραμένα «γιατί» και τα «αν», μπας και το μέσα μας γνωρίσει την κάθαρση, μπας κι ησυχάσουμε.

Ανάθεμα τον εγωισμό που μάταια προσπαθούμε να κρατήσουμε μην και μας πουν κολλημένους, εύκολους ή αδύναμους. Τοποθετήσαμε το «εγώ» μας σε βάθρο, καθόμαστε και το κοιτάμε, φοβόμαστε μη μας το πάρουν όταν το βλέμμα μας θα γυρίσει απ’ την άλλη. Ακούμε λόγους περί έpωτος, περί ανέμων κι υδάτων, αισθανόμαστε καλύτερα με την «καθώς πρέπει» συμπεριφορά μας κι ονομάζουμε τους εαυτούς μας νικητές. Μωρό μου, τίποτα δεν είμαστε.
Τους βαρέθηκα τους καθωσπρεπισμούς και τις βλακίες περί αξιοπρέπειας, ποτέ κανένα συναίσθημα που πηγάζει εκ των έσω δε γνώρισε από όρια ή φιλτραρισμένες λέξεις και συμπεριφορές. Το ξέρουν όλοι, το πιστεύουν όλοι κι άσε τους να διατυμπανίζουν την ανωτερότητά τους έναντι του κόσμου όλου.

Και για να επιστρέψουμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε, την επόμενη φορά που θα σε συναντούσα, λίγο πριν σου πω πως όλα είναι καλά, ότι είμαι καθ’οδόν για τη δουλειά και πως κάνει κρύο σήμερα, θα σου έλεγα αυτά.
Μου λείπεις. Κάθε στιγμή που γελούσαμε παρέα. Κάθε λεπτό που αισθάνθηκα καλά κι η αιτία ήσουν εσύ. Μου λείπουν οι στιγμές που με έκανες να λησμονώ πως υπάρχουν προβλήματα και για λίγο ο κόσμος έμοιαζε ομορφότερος, λίγο πιο φωτεινός, ανάθεμά με, λίγο καλύτερος. Μου λείπει ο τρόπος που αντιμετώπιζες την καθημερινότητα, μοναδικός και ξεχωριστός.
Συγγνώμη. Ζητώ συγγνώμη για τα λάθη ή αν δεν υπήρξα σωστή. Ζητώ συγγνώμη για τις φορές που σε παραμέλησα και δεν το πήρα πρέφα κι ας μαρτυρούσε το βλέμμα σου την κούραση και την αγανάκτηση. Συγγνώμη για τις φορές που δεν ήμουν εκεί, αν και με χρειαζόσουν, για κάθε στιγμή που τα λόγια μου έκοβαν περισσότερο κι από μαχαίρι και δε μίλησες.

Σε σκέφτομαι συχνά. Είναι στιγμές που αναπολώ τις μέρες που δε χρειαζόταν να επικαλεστώ τη μοίρα για να σε δω. Αναλογίζομαι τα καλά, θλίβομαι με τα δυσάρεστα. Σκέφτομαι τι στράβωσε, τι κάναμε σωστά και χαμογελώ με τα τελευταία. Γνωρίζω καλά πως όπως και να ‘χει, δώσαμε και πήραμε, δοθήκαμε και μας δόθηκαν. Και, πίστεψέ με, είναι μια μνήμη που αξίζει να την επαναφέρω ενίοτε στο νου μου.
Περνάω απ’ τα μέρη που συχνάζεις. Είναι φορές που η περιέργεια νικάει την αυτοσυγκράτηση και μαρτυρά ένα συνεχή ενθουσιασμό για μια αναπάντεχη συνάντηση. Τι κι αν δεν έχουμε κάτι να πούμε, τι κι αν δεν είχαμε ποτέ. Πειράζει να σε δω;

Διαβάζω τα παλιά μας μηνύματα. Ανεξίτηλες λέξεις στο πέρας του χρόνου, ανεκτίμητο δικαίωμα κι ας το ταμπελώνουν με την εξάρτηση και το «δεν τον ξεπέρασες ακόμα». Μ’ αρέσει να διαβάζω τα «καλημέρα» κάθε πρωί, να περνάω ένα δεύτερο χέρι τα γλυκόλογα στις τρεις το ξημέρωμα και να ψάχνω το κατεβατό που εξηγούσες τι βρίσκεις σε μένα κι ας μου το ‘χες πεις χιλιάδες φορές. Το ρομάντζο δε χάθηκε επειδή χαθήκαμε.

Μου τη σπάει που δε μιλάμε. Κι ας λένε οι φίλοι κι οι γνωστοί πως θα κάνει τα πράγματα χειρότερα. Μάτια που δε βλέπονται. Εγώ τα δικά σου τα μάτια θέλω να τα βλέπω καμιά φορά, να πίνουμε κάνα καφέ, έτσι για τα μάτια του κόσμου, να γελάμε πού και πού. Δε χάθηκε κι ο κόσμος.

Ευχαριστώ. Για τα χαμόγελα, τα γέλια και τις αγκαλιές. Μα πάνω απ’ όλα σε ευχαριστώ για καθετί που πρόσφερες. Κι αν πρέπει να επιλέξω ένα πράγμα για να σου πω, σίγουρα αυτό το «ευχαριστώ» στο χρωστούσα.

Τουλάχιστον θα ξέρεις πως δεν κόλλησα ποτέ σε αυτά που θα ήθελα να ακούσεις μα σε αυτά που πρέπει να μάθεις κι ας με καθιστούν ευάλωτη μπρος στο μεγαλείο της ειλικρίνειας και της ψυχικής απογύμνωσης. Μόνο για το θάρρος της στιγμής τα δικαιούμαι τα εύσημα.

Επιμέλεια Κειμένου Αναστασίας K.: Πωλίνα Πανέρη


20180315

ΚΑΠΟΙΑ..ΜΕΡΑ



 Μια μέρα ένιωσε ο Θεός πάνω στα ουράνια μοναχός ντύθηκε άνθρωπος και ήρθε στην Ομόνοια Μύριζε άστρα κι ουρανό μύριζα πάστρα και καπνό και μια φτηνιάρικη βαριά χύμα κολώνια Δεν ξέρω πως ταιριάξαμε οι δυο και σ' ένα ταβερνάκι στο Θησείο τον ρώτησα που πέφτουν οι Άγιοι Τόποι και μου 'πε; "όπου υπάρχουνε ανθρώποι!.."  Δεν ξέρω αν ήταν ο Θεός γιατί είμαι σκνίπα συνεχώς και παραισθήσεις δυστυχώς, έχω μοιραία Μπορέι να ήτανε απλώς έτσι ένας άνθρωπος απλός μα ένας άνθρωπος με όλα κεφαλαία..
Η Συνάντηση Σώτια Τσώτου Κώστας Χατζής






ΣT΄ΑΣΤΕΙΑ ΠΑΙΖΑΜΕ

Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στη μέθη του παιχνιδιου σας δώσαμε και τις γυναίκες μας

Τα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε

Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα.

Νύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά από το φως της ημέρας -

Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τα φύλλα του ημεροδείχτη

Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε· χάναμε ολοένα

Πως θα φύγουμε τώρα; που θα πάμε; ποιός θα μας δεχτεί;

Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας

Κλέφτες!

Στα ψέματα παίζαμε!
ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Kasos forever!


20180116


ΦΙΛΙΑ......

Ξεκινάς με ένα τσουβάλι γεμάτο ανθρώπους. 
Άνθρωποι που αποκαλείς γνωστούς, φίλους, συμφοιτητές, 
συνάδελφους, κολλητούς, γείτονες, συμμαθητές.

Πόσο γεμάτη ζωή με τόσους ανθρώπους, σκέφτεσαι 
και χαμογελάς αθώα.

Προχωράς δυο βήματα και νιώθεις πως το τσουβάλι σα να έχει ελαφρύνει. Ανοίγεις και βλέπεις πως κάποιοι λείπουν, πως κάποιοι έχουν φύγει 
ή τους έχεις διώξει και εσύ. Όχι μην ανησυχείς δε σε κακολογούν, 
ούτε τους κακολογείς, απλά έτσι είναι οι άνθρωποι, απλά χάνονται, 
απλά δε συνεχίζουν, απλά δεν ταιριάζουν.

Κλείνεις το τσουβάλι ανέκφραστα, έχεις τόσους πολλούς 
που δε σε νοιάζει.
Προχωράς άλλα τρία βήματα. Κοντοστέκεσαι ξάφνου.
Σα να έχει ελαφρύνει και άλλο το άτιμο. Το ανοίγεις και τι να δεις… 
Ούτε οι μισοί. Μα σαν να προστέθηκαν και κάποιοι άλλοι, λίγοι, 
όχι πολλοί. Μα τι στην ευχή; Εσύ θα έπαιρνες όρκο ότι κάποιοι 
θα ήταν μέσα και κάποιοι άλλοι δε θα έμπαιναν ποτέ. 
Κλείνεις συλλογισμένος το τσουβάλι και προχωράς άλλα τέσσερα βήματα.
Μα το τσουβάλι το νιώθεις πιο ελαφρύ από ποτέ, επικίνδυνα ελαφρύ 
θα έλεγε κανείς. Σταματάς να δεις μήπως τρύπησε το τσουβάλι 
και άδειασε μονομιάς, αλλά μια χαρά το βλέπεις.

Ξεμπλέκεις τα δεμένα κορδόνια του και κοιτάς μέσα. 
Μα τους εκατό κλέφτες σκέφτεσαι, τι έχει γίνει; 
Που εξαφανιστήκαν όλοι; 
Ψάχνεις εδώ, ψάχνεις εκεί, λίγους νοματαίους βλέπεις.
Προχωράς άλλο ένα βήμα μικρό, όχι μεγάλο και πλέον είσαι σίγουρος 
ότι το τσουβάλι έχει τρυπήσει. Το κοιτάς από κάτω και όντως είναι τρύπιο. Αναθεματίζεις για ώρα από εδώ και εκεί, μέχρι που προσέχεις πως κάποιοι λίγοι έχουν γαντζωθεί τριγύρω και με κόπο κρατιούνται, αλλά δεν 
παραιτούνται. Δεν είναι πολλοί. Μια χούφτα άνθρωποι, οι δικοί σου 
άνθρωποι.Τους κοιτάς και τους αναγνωρίζεις. Είναι αυτοί που και 
η απουσία τους καμιά φορά ήταν ορατή μόνο στο μάτι, γιατί ήξερες 
πως είναι κάπου στο εκεί. Είναι αυτοί που και στο δικό τους τρύπιο 
τσουβάλι της φιλίας, είσαι αυτός που γαντζώθηκε, που δεν παραιτήθηκε. Μπαλώνεις χαρούμενος το τσουβάλι, το ρίχνεις στις πλάτες και το προσέχεις σαν τα μάτια σου. Δε φοβάσαι πια μήπως αδειάσει, 
αλλά μήπως και γεμίσει, γιατί επιτέλους νιώθεις πιο γεμάτος από ποτέ.

Και αν σου πουν πως φταις εσύ που τους έβαλες όλους στο ίδιο τσουβάλι, 
να τους πεις πως το τσουβάλι της φιλίας χωράει πολλούς μα στο τέλος κρατάει λίγους
Χαθήκαμε πάλι, όχι τυχαία, συνειδητά. Πέρασαν μέρες επίπονες μέχρι τούτη εδώ τη στιγμή. Μέρες γεμάτες από μνήμες, από λόγια, από σιωπές. Χωρισμοί κι αποχωρισμοί. Τυχαίοι, μοιραίοι, συμπτωματικοί, ηθελημένοι, μελετημένοι. Λύσαμε κάβους, κι όσοι δεν λύθηκαν, κόπηκαν. Σημασία έχει το αποτέλεσμα, και το αποτέλεσμα είναι η αναχώρηση. Το πλοίο έφυγε, ξεκίνησε τη διαδρομή του σε νέα ρότα. Πιο αληθινή, πιο ειλικρινή, πιο ζεστή.
Κι ακόμα κι αν η καινούργια ρότα του προκαλέσει πληγές και σημάδια ανεπανόρθωτα, δεν πειράζει, άξιζε! Μέρες τώρα μουρμουράω τούτους τους στίχους! Πόσο πολύ σ’ αγάπησα, ποτέ δεν θα το μάθεις… Κι όμως εσύ το έμαθες. Στο είπαν τα μάτια μου, στο είπαν τα λόγια μου, στο λένε οι πράξεις μου. Θέλω το λίγο σου, για μένα είναι πολύ. Θέλω το καθόλου και το τίποτα, για μένα είναι κάτι. Μόνο την αλήθεια σου, σου ζητώ όσο κι αν με πονέσει. Μόνο την αλήθεια σου θα ζητώ όσο κι αν με πονάει. Μη με γελάσεις σε τούτο το κρυφτό. Κρύψε μου τα πάντα, μα όχι την αλήθεια σου.
Είπα τόσα αντίο αυτόν τον καιρό! Αντίο στενάχωρα, αντίο που έπρεπε, αντίο που δεν έπρεπε μα δεν γινόταν αλλιώς. Έκλεισαν πόρτες, άνοιξαν χαραμάδες. Δυνατοί οι κάβοι τούτου του καραβιού… μα δεν με νοιάζει. Έπαψα να δίνω μάχες αναίτιες και 
να χάνομαι μέσα σε ξένους πολέμους. Ό,τι δεν λύνεται κόβεται, και τώρα πια, το ξέρω καλά! Κι ότι δεν κόπηκε μέχρι σήμερα, δεν θα κοπεί ποτέ!